• Decrease font size
  • Default font           size
  • Increase font size
Ανάπτυξη ιχθυοκαλλιεργειών PDF Εκτύπωση E-mail
Ενημέρωση - Αλιεία
Συντάχθηκε απο τον/την Ζγαντζούρης Σπύρος   
Σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά υπό προϋποθέσεις, στον κλάδο των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών διαπιστώνει μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Οπως προκύπτει από τη μελέτη, τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των ελληνικών εταιριών (οι οποίες καλύπτουν περίπου το 45% της παγκόσμιας παραγωγής) και τα περιθώρια αύξησης της ζήτησης του προϊόντος αποτελούν εχέγγυα για την μελλοντική πορεία του κλάδου. Ωστόσο, οι δυνατότητες αυτές θα υλοποιηθούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.


Αρχικά, οι εταιρίες οφείλουν να απαλλαγούν από το "βαρίδι" των σωρευμένων βιολογικών αποθεμάτων - γεγονός το οποίο θα δημιουργήσει κλυδωνισμούς στον κλάδο. Επιπλέον, οφείλουν να διασφαλίσουν τη μη επανάληψη φαινομένων υπερπροσφοράς. Η αύξηση της παραγωγής γόνων βάσει της πορείας της ζήτησης αποτελεί στοιχείο κλειδί για τον έλεγχο της υπερπροσφοράς. Δεύτερον, οι εταιρίες πρέπει να προωθήσουν την παραγωγική διαδικασία στο επόμενο στάδιο (κυρίως μέσω εγκατάστασης μεγάλων υπεράκτιων εγκαταστάσεων και μονάδων προπάχυνσης). Η πραγματοποίηση ωστόσο αυτού του ενδεχομένου δεν απαιτεί μόνο αλλαγή στρατηγικής από την πλευρά των επιχειρήσεων. Η περαιτέρω συγκέντρωση του κλάδου καθώς και των μονάδων απαιτεί επίσης πολιτική πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού χωροταξικού σχεδίου.

Οι ιχθυοκαλλιέργειες αποτελούν έναν ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, ωθούμενο από τη σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια της κατανάλωσης προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας διεθνώς. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες παραγωγοί - με έντονα εξαγωγικό προσανατολισμό - εκμεταλλεύονται τα ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα στην εκτροφή τσιπούρας και λαβρακίου. Σε αυτό το σημαντικό υποκλάδο, η ελληνική παραγωγή καλύπτει σχεδόν το 1/2 της διεθνούς αγοράς ενώ παράλληλα αποτελεί σημαντικό εξαγωγικό αγαθό του πρωτογενούς τομέα (με τις εξαγωγές να ξεπερνούν τα 3/4 της ελληνικής παραγωγής και να καλύπτουν το 12% των εξαγωγών πρωτογενούς παραγωγής το 2008). Ο κύκλος εργασιών των εισηγμένων εταιριών αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 20% στο διάστημα 2004-2008 (έναντι 4% για την γεωργία και 11% για την κτηνοτροφία στο αντίστοιχο διάστημα). 

Ωστόσο, η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου πρέπει να αντιμετωπίσει μια σειρά διαρθρωτικών ιδιαιτεροτήτων. Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από μια σειρά διαρθρωτικών προκλήσεων:

    - Ο περιορισμένος χρόνος ζωής του προϊόντος καθιστά πρόκληση την αποτελεσματική διακίνησή του. Η μεταφορά του σε μακρινούς προορισμούς (όπως ΗΠΑ, Ρωσία και Καναδάς) μπορεί να γίνει μόνο αεροπορικώς εκτινάσσοντας το κόστος μεταφοράς στα 1,5-2 ευρώ/κιλό, όταν η μεταφορά του οδικώς σε ευρωπαϊκούς προορισμούς κυμαίνεται κοντά στα 0,20-0,40 ευρώ/κιλό.

    - Ο μεγάλος κύκλος παραγωγής απαιτεί υψηλά κεφάλαια κίνησης και συνεπώς δανεισμό (ειδικά σε περίοδο ανάπτυξης ή διακράτησης υψηλών αποθεμάτων).

    - Η ολιγοψωνιακή δομή του κλάδου (λόγω των κυρίαρχων supermarkets) περιορίζει τα περιθώρια κέρδους του κλάδου.

    - Ο ανταγωνισμός γίνεται σε μεγάλο βαθμό σε επίπεδο κόστους, καθώς το προϊόν δεν είναι διαφοροποιημένο (ή branded).

    - Το υψηλό μερίδιο των πρώτων υλών στο κόστος καθιστά ευάλωτο τον κλάδο σε αλλαγές των διεθνών τιμών πρώτων υλών (κυρίως ιχθυάλευρων και σόγιας).

    - Οι περιβαλλοντικές συνέπειες από τη δραστηριότητα του κλάδου θέτουν θεσμικούς περιορισμούς ως προς την αδειοδότηση και τη χωροταξική διάρθρωση των εγκαταστάσεων.

Παράλληλα, οι στρατηγικές που ακολούθησαν οι εταιρίες τα προηγούμενα έτη επιβάρυναν σημαντικά τη χρηματοοικονομική τους υγεία - καθιστώντας τις ευάλωτες στα πυρά της διεθνούς κρίσης.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, η παρούσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από δύο αντίρροπες θεμελιώδεις δυνάμεις: Χαμηλή ζήτηση και υψηλή δυνητική προσφορά (βιολογικό απόθεμα). Σε αυτό το περιβάλλον οι εταιρίες επιδιώκουν την ισορροπία μεταξύ των ακόλουθων στόχων:

    - Μεγιστοποίηση των κερδών στο σύνολο της εξεταζόμενης περιόδου

    - Κάλυψη χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων σε κάθε χρονική στιγμή της εξεταζόμενης περιόδου.

Κύριος μοχλός των εταιριών είναι η ποσότητα παραγωγής (όγκος πωλήσεων). Μειώνοντας την παραγωγή (και διακραττόντας αποθέματα) αντιμετωπίζονται οι πτωτικές πιέσεις στις τιμές ενώ η πώληση των αποθεμάτων και της νέας παραγωγής παρατείνεται μέχρι να ανακάμψει η ζήτηση. Ωστόσο, η αυξημένη διακράτηση αποθεμάτων προκαλεί παράλληλη επιβάρυνση στο λειτουργικό κόστος των εταιριών.

 
Διαφήμιση