• Decrease font size
  • Default font           size
  • Increase font size
Αγρότες σε ..κρίση! PDF Εκτύπωση E-mail
Ενημέρωση - Άρθρα
Συντάχθηκε απο τον/την Ζγαντζούρης Σπύρος   
Η κρίση και η ύφεση είναι γεγονός για τον αγροτικό τομέα τα τελευταία χρόνια, τόνισε ο Πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Τζανέτος Καραμίχας, κατά την διάρκεια της σημερινής συνάντησής του με τον Πρωθυπουργό κ. Γιώργο Παπανδρέου. Ιδιαίτερα επισήμανε την μείωση του αγροτικού εισοδήματος, η οποία το 2008 υπήρξε έντονη φθάνοντας σε 7% περίπου, ενώ στο διάστημα του δωδεκαμήνου Ιούλιος 2009 – Ιούνιος 2010 σημειώνει μείωση κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Αθροιστικά με την αύξηση του κόστους παραγωγής, κατά 3,8%, η απώλεια του αγροτικού εισοδήματος για φέτος είναι μέχρι στιγμής της τάξης των 6,3 ποσοστιαίων μονάδων και μάλιστα σε χρόνο που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί η κορύφωση της κρίσης.


Επίσης, αναφέρθηκε στην σημαντική απώλεια της αξίας της φυτικής, κυρίως, παραγωγής (κατά 15% αθροιστικά) και στην μεγάλη πτώση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της αγροτικής παραγωγής (κατά 21% αθροιστικά). Τονίζοντας πως η αρνητική πορεία του τομέα, ιδιαίτερα έντονη από το 2006 που άρχισε η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ, συνδέεται, κυρίως, με τις άστοχες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες από το 2004, με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στη διετία 2006-2007, με την πτώση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, αλλά και με την έντονη και διαρκή πίεση που δέχεται το αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της ασυδοσίας που επικρατεί στην αγορά.

Αναλυτικότερα οι βασικοί άξονες στους οποίους αναφέρθηκε ο πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ κατά την συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό έχουν ως εξής:

 

Εξελίξεις στην οικονομία

 Οι προηγούμενες αισιόδοξες προβλέψεις για τη σταδιακή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας δεν φαίνεται να επαληθεύονται. Από το δεύτερο εξάμηνο του 2010 και έπειτα αναθεωρούνται προς τα κάτω οι ρυθμοί ανάπτυξης, ενώ εκτιμώνται τάσεις περιορισμού της ιδιωτικής κατανάλωσης, των επενδύσεων και της ζήτησης. Ήδη, στην οικονομία των ΗΠΑ καταγράφονται βραδύτεροι ρυθμοί ανάπτυξης το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ενώ  στις χώρες της ευρωζώνης, την αρχική ευφορία ως προς την ανάκαμψη του 2010, διαδέχεται προβληματισμός, σε σχέση κυρίως με δυσμενέστερες προβλέψεις του ρυθμού ανάπτυξης της Γερμανίας κατά το επόμενο έτος

Στην Ελλάδα, η συρρίκνωση της οικονομίας προβλέπεται να ανέλθει στο 4% το 2010 και στο 2,5% το 2011, με σημαντική αύξηση της ανεργίας, διατήρηση του πληθωρισμού σε ύψος διπλάσιο, ή και τριπλάσιο εκείνου της ευρωζώνης, περαιτέρω μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών - ιδιαίτερα των αγροτικών που βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος. Πέραν του δημοσιονομικού ελλείμματος, μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η υστέρηση της ανάπτυξης και κυρίως η εκτίναξη του δημόσιου χρέους, το οποίο, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ακόμα και με το αισιόδοξο σενάριο, προβλέπεται να ακολουθήσει ανοδική πορεία μέχρι και το έτος 2015, φθάνοντας στο 143,4% του ΑΕΠ, για να ακολουθήσει, μετά, η καθοδική πορεία.

Με την παραδοχή ωστόσο ενός λιγότερο αισιόδοξου σεναρίου, κατά το οποίο ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης παραμείνει σε αρνητικά επίπεδα για σημαντικό χρονικό διάστημα, ενισχύεται ο λεγόμενος "φαύλoς κύκλος" της οικονομίας, με τα αρνητικά μεγέθη να αυξάνουν το χρέος, τα ελλείμματα και τα επιτόκια δανεισμού, συνιστώσες που με τη σειρά τους περιορίζουν το ρυθμό ανάπτυξης και ούτω καθ' εξής. Σε αυτό το ακραίο, έστω, ενδεχόμενο, αναμένεται  εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης, με περαιτέρω επιδείνωση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης της παραγωγικής οικονομίας.  

Εκτιμώντας τις εξελίξεις αυτές, τα δυσμενή μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος των εργαζόμενων και τη δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, θεωρείται πλέον ότι η μοναδική πολιτική επιλογή που έχει απομείνει στη χώρα είναι η ανάπτυξη με στόχο την οικονομική και πολιτική σύγκλιση, παρέχοντας απόλυτη προτεραιότητα - με μετρήσιμα ανταποδοτικά αποτελέσματα σε σχέση με τους διατιθέμενους δημόσιους πόρους.

 

Εξελίξεις στην αγροτική οικονομία

 Στο διάστημα των τελευταίων ετών ο αγροτικός τομέας σημειώνει μεγάλη κάμψη.  Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στο διάστημα της πενταετίας 2005-2009 καταγράφεται μείωση στο αγροτικό εισόδημα - ιδιαίτερα έντονη κατά το 2008 (κατά 7% περίπου), σημαντική απώλεια στην αξία της φυτικής, κυρίως, παραγωγής (κατά 15% αθροιστικά) και μεγάλη πτώση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της αγροτικής παραγωγής (κατά 21% αθροιστικά).

Η αρνητική πορεία του τομέα, ιδιαίτερα έντονη από το 2006 που άρχισε η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ, συνδέεται, κυρίως, με τις άστοχες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες από το 2004, με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στη διετία 2006-2007, με την πτώση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, αλλά και με την έντονη και διαρκή πίεση που δέχεται το αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της ασυδοσίας που επικρατεί στην αγορά. Η καθήλωση των τιμών διάθεσης των αγροτικών-διατροφικών προϊόντων σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα και το συνεχές άνοιγμα της ψαλίδας τιμών παραγωγού-καταναλωτή, αποτελεί το σημαντικότερο ίσως ζήτημα του αγροτικού τομέα, έχοντας προσλάβει πλέον χαρακτηριστικά μόνιμου διαρθρωτικού προβλήματος. Παράλληλα, η συνεχής και ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών ορισμένων κρίσιμων εισροών (λιπάσματα, ενέργεια, αναλώσιμα, ζωοτροφές) για ένα σημαντικό διάστημα, είχε ως αποτέλεσμα το κόστος παραγωγής στον αγροτικό τομέα να αυξάνεται με υπερδιπλάσιο ρυθμό σε σχέση με τις τιμές διάθεσης των προϊόντων στην αγορά.

Κατά το 2009 περιορίστηκε η αύξηση του κόστους παραγωγής σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά εξαιτίας της κάμψης της ζήτησης - και όχι μόνο, σημειώθηκε σημαντική πτώση των τιμών παραγωγού σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σε μια σειρά προϊόντων με ιδιαίτερη βαρύτητα στην αγροτική οικονομία, όπως το μαλακό στάρι (-37%), τα σταφύλια (-30%), το σκληρό στάρι (-29%),  τα ροδάκινα (-25%), το ελαιόλαδο (-18%), ο αραβόσιτος (-17%), τα μανταρίνια (-17%), η νωπή τομάτα (-12%), τα ζαχαρότευτλα (-9%) και το αγελαδινό γάλα (-6%).  Από την άλλη πλευρά, σημειώνονται αυξήσεις τιμών σε ορισμένα βιομηχανικά φυτά, όπως στο βαμβάκι (+20%), αλλά οι επιπτώσεις στην παραγωγή βάμβακος κατά το 2010, εξαιτίας της σημαντικής έκτασης της πρόσφατης προσβολής, αναμένεται να θέσουν σε κρίση το εισόδημα των παραγωγών. Αυξήσεις επίσης σημειώθηκαν κατά το 2009 και σε ορισμένα διατροφικά προϊόντα (ρύζι, αχλάδια, πατάτες κ.α.) τα οποία ωστόσο αντιμετώπισαν στη συνέχεια τις δυσμενείς συνέπειες της πτώσης της κατανάλωσης.

Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στον αγροτικό τομέα, μετά την έντονα πτωτική πορεία τους από το 2006 (-26% σε τρέχουσες τιμές) παρουσίασαν οριακή αύξηση το 2009, αντιπροσωπεύοντας ωστόσο ένα ελάχιστο ποσοστό (0,25%) της συνολικής αξίας των επενδύσεων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με το γεγονός ότι ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας απέσπασε ένα πολύ μικρό ποσοστό από το σύνολο των εγκεκριμένων επενδύσεων του προηγούμενου αναπτυξιακού νόμου (μόλις το 4%). Εξάλλου, το σχέδιο του νέου αναπτυξιακού νόμου δεν έχει στην πραγματικότητα αναπτυξιακό χαρακτήρα, μια και δεν προσδιορίζει με σαφή και στοχευμένο τρόπο τις αναπτυξιακές προτεραιότητες της χώρας σε επιμέρους τομείς της οικονομίας, ούτε βέβαια αντιμετωπίζει διακριτά το επιβεβαιωμένο επενδυτικό έλλειμμα στον πρωτογενή τομέα. Σύγχυση εξάλλου αναμένεται να προκαλέσει η οριζόντια εφαρμογή του πολύπλοκου συστήματος κριτηρίων αξιολόγησης, με τα οποία είναι δυνατό η ίδια επένδυση να κρίνεται διαφορετικά μεταξύ δύο γειτονικών περιφερειών.  

Στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης, αρνητικά επέδρασε η στασιμότητα των εγκρίσεων (και των πληρωμών) των επενδύσεων στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις από το 2007 έως και το 2009. Η προταθείσα αύξηση της δημόσιας δαπάνης στις επενδύσεις αυτές, από 500 σε 768 εκατ. ευρώ, που βρίσκεται ακόμα σε στάδιο σχεδιασμού, αποτελεί μεν μία σαφή πρόθεση κατεύθυνσης των πόρων του Προγράμματος προς τις επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα (σχέδια βελτίωσης), αλλά από την προτεινόμενη αυτή δαπάνη, ένα σημαντικό μέρος (170 εκατ. ευρώ) αφορά σε ανειλημμένες υποχρεώσεις της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου, ενώ ένα επιπλέον  ποσό, ύψους 135 εκατ. ευρώ προβλέπεται - και δικαίως, να καλύψει δράσεις των καπνοπαραγωγών. Συνεπώς, οι υπολειπόμενοι προς διάθεση πόροι μέχρι το 2013, ανέρχονται σε 463 εκατ. ευρώ, μέγεθος που υπολείπεται σημαντικά των πραγματικών αναγκών.

Η επί σειρά ετών άνιση μεταχείριση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του πρωτογενούς τομέα έναντι των άλλων τομέων της οικονομίας συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της ύφεσης στην οικονομία, τόσο στο επίπεδο της χρηματοδότησης, όσο και στο επίπεδο της στήριξης, απόλυτα αναγκαίας μετά και τη σημαντική αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.

Στο επίπεδο εξάλλου του εισοδήματος η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώνεται κατά το τρέχον έτος. Αντίθετα, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της στατιστικής αρχής (12.8.2010) στο διάστημα του τρέχοντος δωδεκαμήνου (Ιούλιος 2009-Ιούνιος 2010) σημειώνεται μείωση των τιμών παραγωγού κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο δωδεκάμηνο, όπως προκύπτει από την εξέλιξη του Γενικού Δείκτη Εκροών, ενώ ο Γενικός Δείκτης Εισροών, που εκφράζει το κόστος παραγωγής, παρουσίασε στο ίδιο διάστημα αύξηση κατά 3,8% περίπου. Οι δύο αυτοί δείκτες προσδιορίζουν, μέχρι στιγμής, απώλεια στο αγροτικό εισόδημα της τάξεως των 6,3 ποσοστιαίων μονάδων και μάλιστα σε χρόνο που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί η κορύφωση της κρίσης.

Προτεραιότητες πολιτικής

 Έχει επανειλημμένα τεθεί ότι η φθίνουσα  ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα συνδέεται στενά με την αντιμετώπιση του τεράστιου ελλείμματος πληροφόρησης, ενημέρωσης και εκπαίδευσης του αγροτικού πληθυσμού, των ελλιπών δομών και υποδομών στον πρωτογενή τομέα, του ελλείμματος στις επενδύσεις, της ανεπάρκειας στην οργάνωση της προσφοράς, της αδυναμίας προσανατολισμού της αγροτικής παραγωγής στις απαιτήσεις της αγοράς.

Έχει επίσης καταστεί ευρύτερα αποδεκτή η θέση μας ως προς τη δημιουργία ενός βιώσιμου και ανταγωνιστικού συστήματος γεωργίας και διατροφικών προϊόντων, που έχει σαφή προσανατολισμό προς την αγορά, που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παραγωγή προϊόντων διατροφικής ποιότητας και ασφάλειας, που είναι ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καταναλωτών, που διαχειρίζεται φιλικά προς το περιβάλλον, που συμβάλλει στην ανάπτυξη της υπαίθρου με σκοπό τη διατήρηση του αγροτικού πληθυσμού στην ύπαιθρο, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά και την ανάδειξη ενός ευρέως φάσματος δραστηριοτήτων σε αγροτικές μειονεκτικές, ορεινές και νησιωτικές περιοχές.

Πρόσφατα εξάλλου, κατά τη διάρκεια του κοινωνικού διαλόγου, τον Ιανουάριο του 2010 στο Ζάππειο, αναπτύχθηκαν οι θέσεις μας στο πλαίσιο ενός συγκροτημένου πλαισίου πολιτικών, που αναφέρονται κυρίως στο μέλλον της ΚΑΠ, στις επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα, στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των δημόσιων οργανισμών και του θεσμικού πλαισίου και σε μέτρα για την αντιμετώπιση της χαοτικής λειτουργίας της αγοράς.

Το αμέσως επόμενο διάστημα, εντός του Νοεμβρίου του τρέχοντος έτους, η χώρα θα αντιμετωπίσει τα πρώτα κείμενα προσανατολισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως προς την ΚΑΠ που θα εφαρμοστεί μετά το 2013. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ασκηθούν δημοσιονομικές πιέσεις στις δαπάνες της ΚΑΠ, χωρίς να αποκλείεται η περαιτέρω μείωσή τους, ενώ ήδη διατυπώνονται σενάρια για την ανακατανομή της στήριξης μεταξύ των κρατών-μελών - που αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τις άμεσες ενισχύσεις που εισρέουν στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, που ενδεχόμενα περιλαμβάνει και προτάσεις άμεσης ή έμμεσης επανεθνικοποίησης της ΚΑΠ, απαιτείται  εντατική διαβούλευση με τους θεσμικούς φορείς των αγροτών, η οποία μέχρι σήμερα δε φαίνεται να έχει αναπτυχθεί, αλλά και προετοιμασία επιχειρημάτων και τεκμηρίωσης, με δείκτες και κριτήρια (απασχόληση, μέγεθος εκμεταλλεύσεων, κριτήρια ορισμού ορεινών-μειονεκτικών περιοχών κ.α.), έτσι ώστε να αντιπαρατεθούμε σε τέτοιες προκλήσεις. Οποιοδήποτε μοντέλο και να επιλεγεί ως προς το μέλλον της ΚΑΠ, η θέση μας είναι σαφής. Η στήριξη πρέπει να κατευθύνεται σε όσους πραγματικά παράγουν αγροτικά προϊόντα.

Στο επίπεδο των επενδύσεων, έχει τονιστεί η ανάγκη ριζικής μετατροπής του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 με διακριτό και σαφή προσανατολισμό της μεγαλύτερης δημόσιας δαπάνης του Προγράμματος σε απόλυτα στοχευμένες επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις (σχέδια βελτίωσης), αποκλείοντας διάθεση των ήδη περιορισμένων πόρων σε μέτρα που δεν συνεισφέρουν στην ανάπτυξη του τομέα. Πρέπει, επιτέλους, από το επίπεδο των προθέσεων και του σχεδιασμού να περάσουμε στο πεδίο της εφαρμογής. Από την άλλη πλευρά, οφείλεται άμεσα να αντιμετωπιστεί ο αποκλεισμός του πρωτογενή τομέα της οικονομίας από τον αναπτυξιακό νόμο, ζήτημα που αποκτά πλέον χαρακτηριστικά κοινωνικού ρατσισμού, μια και οι θεσμικοί φορείς των αγροτών αποκλείονται από την επιτροπή αξιολόγησης και παρακολούθησης των επενδύσεων.

Δεν έχει, επίσης, γίνει κατανοητή και αποδεκτή από τα συναρμόδια Υπουργεία η ανάγκη δημιουργίας συμπληρωματικού εισοδήματος στις αγροτικές περιοχές.  Χαρακτηριστικά, η πρωτοβουλία που τέθηκε για την αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από τους αγρότες, παρά τη διασφάλιση της προτεραιότητας αυτής σε θεσμικό επίπεδο, συναντά εμπόδια και αγκυλώσεις που έχουν δημιουργήσει αδιέξοδα.

Είναι, επίσης, απόλυτα αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα των επενδύσεων για την εξοικονόμηση αρδευτικού νερού και την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων. Η πρότασή μας για την εφαρμογή ενός ενιαίου μοντέλου διαχείρισης των υδατικών πόρων, που αντιμετωπίζεται με την εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης, παρά το ότι έχει υποβληθεί εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα στα αρμόδια Υπουργεία Περιβάλλοντος και Αγροτικής Ανάπτυξης, δεν έχει μέχρι σήμερα αξιοποιηθεί. Δυστυχώς, η μέχρι σήμερα διαβούλευση για το κρίσιμο αυτό ζήτημα εξαντλείται στο ανούσιο δίλλημα αντιπαράθεσης ως προς το προβάδισμα μεταξύ νερού ύδρευσης, ή νερού άρδευσης.

Καμία, εξάλλου, από τις προτάσεις μας για την αντιμετώπιση της παντελούς έλλειψης κανόνων λειτουργίας στην αγορά, της αδιαφάνειας των συναλλαγών και της κερδοσκοπίας δεν έχει μέχρι σήμερα αντιμετωπιστεί. Η υιοθέτηση ενός καθολικού συστήματος ιχνηλασιμότητας των αγροτικών-διατροφικών προϊόντων, που αποτελεί ζήτημα μέγιστης προτεραιότητας και έχει επανειλημμένα τεθεί, ώστε οι αγρότες και οι επιχειρήσεις τους να προστατεύονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, βρίσκεται ακόμα στην αφετηρία της. Δεν έχει, επίσης, υιοθετηθεί η καθιέρωση ενός και μοναδικού τιμολογίου από τις αλυσίδες λιανικής πώλησης, στο οποίο πρέπει να ενσωματώνεται η αρχική τιμή και οι παράνομες εκπτώσεις, ούτε, βέβαια, έχει αντιμετωπιστεί η καθυστέρηση των πληρωμών των προμηθευτών από τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής πώλησης τροφίμων, κατά παράβαση της σχετικής Κοινοτικής Οδηγίας και του υφιστάμενου εθνικού πλαισίου. Οι προμηθευτές, οι αγρότες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τους, βρίσκονται κυριολεκτικά έρμαιοι του ασκούμενου οικονομικού εκβιασμού, της νόθευσης του ανταγωνισμού, των συνεπειών της οικονομικής ασφυξίας και της πολύμηνης καθυστέρησης των πληρωμών. Παράλληλα, μεγεθύνεται το "καθεστώς" της ελληνοποίησης των προϊόντων, που υπονομεύει την εγχώρια παραγωγή. 

Η πρόσφατη θεσμοθέτηση του μητρώου αγροτών, αποτελεί μεν μία θετική πρωτοβουλία, αλλά δεν έχει μέχρι σήμερα αντιμετωπιστεί η δημιουργία ενός σύγχρονου μητρώου εμπόρων-διακινητών διατροφικών προϊόντων σε όλους τους κλάδους της αγροτικής παραγωγής, με ανάπτυξη και εφαρμογή σύγχρονης βάσης δεδομένων που παρακολουθείται και επικαιροποιείται. Δεν αρκεί η απλή καταγραφή. Αυτό που απαιτείται είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων και των κριτηρίων (κεφάλαια, εγγυήσεις, υποδομή) για την έκδοση και την ανανέωση της άδειας λειτουργίας τους. Οφείλεται, επίσης, να κατανοηθεί ότι η αντιμετώπιση της ανισορροπίας στην εφοδιαστική αλυσίδα από την υπερσυγκέντρωση των μεγάλων αλυσίδων λιανικής πώλησης, πρέπει να συνδεθεί με μέτρα προνομιακής στήριξης των μικρών δικτύων.

Η οργάνωση και η ανάπτυξη του αγροτικού χώρου, που αποτελεί το σημαντικότερο ποσοστό του χερσαίου εθνικού χώρου, απαιτεί χωρικές πολιτικές που στοχεύουν στη διατήρηση του σημερινού ποσοστού αγροτικής γης και στην περιβαλλοντική της προστασία. Πέραν της ανάγκης θεσμικής κατοχύρωσης και προστασίας της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, οφείλεται να αναπτυχθεί στοχευμένη πολιτική γης έτσι ώστε να αρθούν όλα τα εμπόδια, οι στρεβλώσεις και οι αγκυλώσεις, όχι μόνο για την άσκηση της δραστηριότητάς τους, αλλά, κυρίως, για την απρόσκοπτη υλοποίηση των επενδύσεών τους - και όχι μόνο. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα αποκτά η δημιουργία ενός εθνικού αγροτικού κτηματολογίου, με στόχο την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας των εκτάσεων που έχουν, εδώ και πολλά χρόνια, παραχωρηθεί στους αγρότες και καλλιεργούνται, με ένα χαμηλό τίμημα, έστω. Η βάση δεδομένων των καλλιεργούμενων εκτάσεων, που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των ενισχύσεων, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για τη δημιουργία του αγροτικού κτηματολογίου.

Ως προς τους θεσμούς, πρέπει εκ νέου να τονιστεί ότι δεν χρειάζονται τόσοι πολλοί εποπτευόμενοι οργανισμοί. Προέχει η συγχώνευσή τους παράλληλα με την εξυγίανση της λειτουργίας τους. Το νέο θεσμικό πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό του ΕΛΓΑ δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα εάν προηγούμενα δεν διασφαλιστεί η ανάληψη του συνόλου των οφειλών του οργανισμού αυτού από το κράτος και δεν τηρηθούν απαρέγκλιτα οι δεσμεύσεις ως προς την αποφυγή κάθε "κατ' εξαίρεση και κατά παρέκκλιση" αποζημίωσης των αγροτών, που χορηγούνταν συνήθως με μικροκομματικά κριτήρια, έχοντας ως συνέπεια την δημιουργία ενός προβληματικού γεωργικού ασφαλιστικού οργανισμού.

Ως προς την ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιρισμών, η οποία βρίσκεται ακόμα στο επίπεδο της διαβούλευσης, οφείλεται εκ νέου να τονιστεί η βασική μας θέση, σύμφωνα με την οποία οι συνεταιρισμοί πρέπει να αποκτήσουν ως μέλη τους πραγματικούς, ενεργούς αγρότες, έτσι ώστε να μεταποιούν με προστιθέμενη αξία την παραγωγή τους και να την τοποθετούν στην αγορά. Η καθιέρωση, παράλληλα, κινήτρων για τη συγχώνευση και την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, αποτελεί το θεμέλιο λίθο του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξής τους.

Πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί η επιφύλαξή μας ως προς τη διάθεση μετοχικού κεφαλαίου της ΑΤΕ προς ιδιώτες, μια και θεωρείται κρίσιμη και αναγκαία η δημιουργία ενός υγιούς δημόσιου πυλώνα για τη χρηματοδότηση του αγροτικού τομέα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οφείλεται να εξεταστεί εκ νέου και με τα ισχύοντα κριτήρια σε σχέση με τις άλλες τράπεζες το κρίσιμο ζήτημα των υπέρογκων διασφαλίσεων των δανείων και των δεσμεύσεων των αγροτών.

Για το πλήρες κείμενο που κατατέθηκε στον Πρωθυπουργό, σε doc μορφή, πιέστε εδώ:

 

 
Διαφήμιση