Σύμφωνα με δημοσκόπηση
του Bloomberg, η τιμή του βαμβακιού ενδέχεται να ενισχυθεί κατά 13%, σε
υψηλό 15ετίας, στα 94,9 σεντς ανά λίβρα. Οι αναλυτές εκτιμούν, επίσης,
ότι θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα καθώς η ζήτηση συνεχίζει να
αυξάνεται στην Ασία, αντισταθμίζοντας την αναμενόμενη επιβράδυνση της
αμερικανικής οικονομίας.
Μέχρι τις 13 Αυγούστου η τιμή του βαμβακιού κατέγραφε άνοδο της τάξεως
του 31% σε ετήσια βάση. Επισημαίνεται ότι την αντίστοιχη περίοδο η
τιμή του σιταριού ενισχύεται σε ποσοστό 44%.
Εταιρίες όπως η Levi Strauss και η Hanesbrands αναφέρουν ήδη αύξηση
του κόστους παραγωγής τους, επισημαίνοντας πως η τελευταία φορά που η τιμή του
βαμβακιού ήταν πάνω από 90 σεντς ανά λίβρα ήταν το 2008.
Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία που παραθέτει το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας,
βάσει των οποίων η παγκόσμια παραγωγή βάμβακος θα υπολείπεται της ζήτησης για
5η συνεχή χρονιά. Η παγκόσμια ζήτηση εκτιμάται ότι για εφέτος θ' αυξηθεί
κατά 2,7%. Παράλληλα αναμένεται ενίσχυση των κινεζικών εισαγωγών βαμβακιού
κατά 14%, ενώ στο Πακιστάν οι εισαγωγές βαμβακιού εκτιμάται ότι θα εκτιναχθούν
κατά 54%.
Οι εκτιμήσεις της ICAC
Η κατάσταση στην αγορά του βάμβακος κατά το 2009/2010 οδήγησε σε σημαντική αύξηση των φυτεύσεων, η οποία με τη σειρά της αναμένεται να οδηγήσει σε αυξημένη παραγωγή το 2010/2011, όπως εκτιμά η Διεθνής Συμβουλευτική Επιτροπή Βάμβακος (ICAC).
Συγκεκριμένα, στους 25,2 εκατ. τόνους υπολογίζει την παγκόσμια παραγωγή για το 2010/2011, η ICAC, αυξημένη κατά 15% σε σχέση με την καλλιεργητική περίοδο 2009/2010. Παράλληλα, προβλέπεται ελαφρά βελτίωση της μέσης απόδοσης στα 766 κιλά ανά εκτάριο.
Η ανάκαμψη της παραγωγής οφείλεται κυρίως στην παραγωγή των ΗΠΑ, που αναμένεται αυξημένη κατά 50% στους 4,1 εκατ. τόνους. Αυξημένες σοδειές αναμένονται και στην Ινδία, το Πακιστάν, την Κίνα, τη Βραζιλία, το Ουζμπεκιστάν, την Τουρκία, την Αυστραλία, τη Δυτική Αφρική και άλλες χώρες.
Οι αμερικανικές εξαγωγές το 2010/2011 εκτιμώνται στους 3,2 εκατ. τόνους, αυξημένες κατά 19%, ενώ οι ινδικές εξαγωγές αναμένεται να σημειώσουν πτώση στους 1,2 εκατ. τόνους λόγω μειωμένων εξαγώγιμων πλεονασμάτων.(ΠΑΣΕΓΕΣ)