«Ο πρωτογενής τομέας αποτελεί τον «φτωχό συγγενή» στα κίνητρα για νέες επενδύσεις από την έναρξη ισχύος του νόμου 3299/2004 μέχρι σήμερα», τόνισε χαρακτηριστικά στην τοποθέτησή του ο κ. Τσιφόρος, προσθέτοντας ότι «στο πλαίσιο αυτό η διάθεση δημόσιων πόρων για την αξιοποίηση ποιοτικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων οφείλεται να αποκτήσει την απαιτούμενη πρόσβαση και προτεραιότητα στο νέο αναπτυξιακό νόμο, έτσι ώστε να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης μιας ιδιαίτερα σημαντικής πολιτικής τοπικού και περιφερειακού χαρακτήρα».
Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας 30.9.2010) από την ανάλυση της τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, προκύπτει ότι ο τομέας της γεωργίας απορροφά μόλις το 1,7% του συνόλου των δανείων. Πραγματικά, τον Ιούλιο του 2010, το υπόλοιπο των δανείων που προορίζονται για τις επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα ανέρχεται σε 2,192 δις €, έναντι των 26,560 δις € του εμπορίου (20,8%) των 26,622 δις € της βιομηχανίας (20,05%), των 17,246 δις € της ναυτιλίας (13,49%), των 10,745 δις € των κατασκευών (8,41%) και των 10,745 δις € του τουρισμού (5,74%). Σε ετήσια βάση ο ρυθμός επιβράδυνσης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις γεωργικές επιχειρήσεις, με βάση την μεταβολή του υπολοίπου των δανείων (Ιούλιος 2009 : 4,011 δις, Ιούλιος 2010 : 2,192 δις €) καταγράφει κάμψη της τάξεως του 45% περίπου, ενώ σε μηνιαία βάση, συγκριτικά με το προηγούμενο έτος, σημειώνει σταθερά πτωτική πορεία (από 6,2% τον Ιανουάριο του 2010, σε μόλις 0,2% τον Ιούλιο του 2010).
Εκτός αυτού όμως, επισημαίνεται ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα έχουν εξαιρεθεί από τα δύο πρόσφατα προγράμματα του ΤΕΜΠΜΕ για την κάλυψη με ευνοϊκούς όρους δανειοδότησης των επιχειρήσεων, τόσο ως προς τις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, όσο και για την προμήθεια πρώτων υλών, εμπορευμάτων και υπηρεσιών.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο κ. Τσιφόρος στάθηκε στην επί σειρά ετών άνιση μεταχείριση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του πρωτογενούς τομέα έναντι των άλλων τομέων της οικονομίας, η οποία συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της ύφεσης στην οικονομία, τόσο στο επίπεδο της χρηματοδότησης, όσο και στο επίπεδο της στήριξης, απόλυτα αναγκαίας μετά και τη σημαντική αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.
«Παρά τις δυσμενείς αυτές εξελίξεις, η θέση του αγροτικού τομέα στην ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παραμένει σημαντική, κρινόμενη όχι τόσο από την περιορισμένη, γενικά, συμμετοχή του στο ΑΕΠ της χώρας (κατά μέσο όρο 3,5% στο διάστημα της πενταετίας 2005-2009), αλλά κυρίως από το γεγονός ότι απασχολεί σήμερα το 11% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατες εκτιμήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 καταγράφεται αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα κατά 6,1% συνεχίζοντας μια τάση που άρχισε από το 2008. Η τάση αυτή συνδέεται με τον αυξημένο αριθμό των νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας που ξεκινούν από τον αγροτικό τομέα, αλλά και με τη μετακίνηση εργαζομένων από άλλους τομείς (κατασκευές, τουρισμός κ.α).
Οφείλεται παράλληλα να εκτιμηθεί η συμβολή του πρωτογενούς τομέα στην προσφορά, η οποία αποκτά βαρύνουσα σημασία σε ορισμένες Περιφέρειες, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, με σημαντική απόσταση σε σχέση με το δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα. Χαρακτηριστικά, στην Κεντρική Μακεδονία, ο πρωτογενής τομέας καλύπτει (το 2008) το 20,3% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της, στη Θεσσαλία το 11,9%, στη Δυτική Ελλάδα το 11,2%, στην Κρήτη το 9,8%, στη Στερεά Ελλάδα το 9,6%, στην Πελοπόννησο το 9,4%, στην Ανατ. Μακεδονία και Θράκη το 8,4%», σημείωσε ο γενικός διευθυντής της ΠΑΣΕΓΕΣ.
Πολιτικές προτεραιότητες
Περιγράφοντας εν συντομία τις πολιτικές προτεραιότητες σε σχέση με το νέο Νόμο, ο κ. Τσιφόρος τόνισε ότι η μοναδική πολιτική επιλογή που έχει απομείνει στη χώρα είναι η ανάπτυξη με στόχο την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση, παρέχοντας απόλυτη προτεραιότητα σε στοχευμένες επενδύσεις με μετρήσιμα ανταποδοτικά αποτελέσματα σε σχέση με τους διατιθέμενους δημόσιους πόρους, σημειώνοντας παράλληλα ότι «έχει επανειλημμένα τεθεί από την ΠΑΣΕΓΕΣ ότι η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα συνδέεται, κυρίως, με την αντιμετώπιση των ελλιπών δομών και υποδομών στον πρωτογενή τομέα, με το έλλειμμα στις επενδύσεις, με τις ανεπάρκειες στην οργάνωση της προσφοράς, με την αδυναμία προσανατολισμού της αγροτικής παραγωγής στις απαιτήσεις της αγοράς».
«Έχει επίσης καταστεί ευρύτερα αποδεκτή η θέση μας ως προς την ανάγκη δημιουργίας ενός βιώσιμου και ανταγωνιστικού συστήματος γεωργίας και διατροφικών προϊόντων, που έχει σαφή προσανατολισμό προς την αγορά, που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παραγωγή και τη μεταποίηση προϊόντων διατροφικής ποιότητας και ασφάλειας, που είναι ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καταναλωτών, που διαχειρίζεται φιλικά προς το περιβάλλον, που συμβάλλει στην ανάπτυξη της υπαίθρου με σκοπό τη διατήρηση του αγροτικού πληθυσμού στην ύπαιθρο, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά και την ανάδειξη ενός ευρέως φάσματος δραστηριοτήτων σε αγροτικές μειονεκτικές, ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Απαιτείται για το σκοπό αυτό ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, που στηρίζεται σε αποκεντρωμένες πολιτικές, που αναδεικνύει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τομέα, που συμβάλλει στην ανάδειξη και την ενίσχυση της ποιότητας των αγροτικών διατροφικών προϊόντων, που συμβαδίζει με την προστασία του περιβάλλοντος και τη συνδέει με τη στήριξη τουριστικών υπηρεσιών και την προσφορά προϊόντων ποιότητας και υγιεινής διατροφής, που αξιοποιεί τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που επενδύει στην παιδεία, την εκπαίδευση και την τεχνογνωσία, στις νέες τεχνολογίες, που τελικά αποβλέπει σε νέες θέσεις εργασίας.
Είναι σαφές ότι η ενδυνάμωση του ρόλου της αγοράς και η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας των μικρομεσαίων συνεταιριστικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων του αγροτικού τομέα, αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες για την αντιμετώπιση της φθίνουσας ανταγωνιστικότητάς του. Στο πλαίσιο αυτό, οι επενδύσεις στον αγροτικό τομέα οφείλεται να συνδεθούν με τη στήριξη των μικρών, κυρίως, επιχειρήσεων, που αποτελούν την κυρίαρχη δομή στήριξής του, ώστε να καταστούν φορείς καινοτομίας και επιχειρηματικής αντίληψης, έχοντας οπωσδήποτε δυναμική και ισχυρή σχέση με την πρωτογενή παραγωγή (επαγγελματίες αγρότες, αγροτικοί συνεταιρισμοί).
Στο πλαίσιο αυτό η διάθεση δημόσιων πόρων για την αξιοποίηση ποιοτικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων οφείλεται να αποκτήσει την απαιτούμενη πρόσβαση και προτεραιότητα στο νέο αναπτυξιακό νόμο, έτσι ώστε να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης μιας ιδιαίτερα σημαντικής πολιτικής τοπικού και περιφερειακού χαρακτήρα, όπως αυτή που αναπτύχθηκε προηγούμενα. Με την έννοια αυτή κρίνεται αναγκαία η διατύπωση σαφών κριτηρίων αξιολόγησης μεταξύ των επενδυτικών σχεδίων του πρωτογενούς τομέα, αλλά και εκείνων που αφορούν στη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, διακρίνοντας τρεις κατηγορίες προτεραιότητας (υψηλή, μέση, χαμηλή).
Στην πρώτη κατηγορία (υψηλή προτεραιότητα), εντάσσονται επενδυτικά σχέδια που αφορούν στην αξιοποίηση αγροτικών προϊόντων που προορίζονται για διατροφή, τα οποία διαθέτουν συγκριτικό πλεονέκτημα τόσο ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, όσο και ως προς τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό, πριν ή και μετά τη μεταποίησή τους, κριτήρια που συνδυάζονται και με ορισμένες ιδιαίτερα αναγκαίες δράσεις και ενέργειες.
Επισημαίνεται ότι οι σύγχρονες τάσεις στην αγορά διατροφικών προϊόντων συνδέονται με την παραγωγή τροφίμων που είναι ασφαλή, υψηλής ποιότητας, υγιεινά και εύγευστα, αλλά και με την προτίμηση των καταναλωτών σε τρόφιμα που προέρχονται από συστήματα παραγωγής φιλικά προς το περιβάλλον. Οι τάσεις αυτές συμβαδίζουν με τη στήριξη προϊόντων αναγνωρισμένης ποιότητας, τα οποία προσφέρουν στον καταναλωτή διακριτές απαιτήσεις (γεύση, προέλευση, μέθοδος παραγωγής). Συμβαδίζουν επίσης με την αξιοποίηση προϊόντων με ονομασία “γεωγραφικής ένδειξης” στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη χώρα μας, που παράγει σήμερα ένα σημαντικό αριθμό προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ, τα οποία διαθέτουν στο σύνολό τους διατροφικό χαρακτήρα, αλλά και ευρύτατη γεωγραφική αναφορά παραγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό προτεραιότητα αποκτά η στήριξη επενδυτικών σχεδίων, τα οποία περιλαμβάνουν ορισμένες επιλέξιμες δράσεις που αφορούν : α) Σε δαπάνες μελετών και επενδύσεων που αποσκοπούν στην ασφάλεια και υγιεινή των αγροτικών-διατροφικών προϊόντων, σε όλο το φάσμα της εφοδιαστικής αλυσίδας, β) Στο σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εγκατάσταση, την τεχνική υποστήριξη και τον εξοπλισμό (λογισμικό) ολοκληρωμένων πληροφοριακών συστημάτων ιχνηλασιμότητας, επιχειρησιακού χαρακτήρα σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής τροφίμων (και ζωοτροφών), γ) Στο σχεδιασμό και την εφαρμογή συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης που προβλέπουν την υποχρεωτική εφαρμογή μέτρων πρόληψης της ρύπανσης, την εφαρμογή κανόνων και συστημάτων διασφάλισης ποιότητας, τη δυνατότητα ανίχνευσης των επιβλαβών ουσιών σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας και τη λήψη μέτρων προστασίας των αγροτών από τη χρήση αγροχημικών και δ) Σε επενδυτικές δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας που αφορούν στον εξοπλισμό κίνησης και λειτουργίας παραγωγικών μονάδων, εφόσον προκύπτει μείωση της καταναλισκόμενης ενέργειας.
Μεταξύ των επενδυτικών σχεδίων που αποκτούν προτεραιότητα περιλαμβάνονται οι επενδύσεις σε σταθμούς συγκέντρωσης και αξιοποίησης βιομάζας από υπολείμματα και υποπροϊόντα φυτικής ή/και ζωικής παραγωγής, για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Πρόκειται για ένα κρίσιμο περιβαλλοντικό ζήτημα, που επισύρει συχνά δυσμενείς επιπτώσεις και κυρώσεις από ευρωπαϊκά όργανα και οφείλεται άμεσα να αντιμετωπιστεί. Κρίνεται συνεπώς αναγκαία η ένταξη επενδυτικών σχεδίων που αποβλέπουν στην αξιοποίηση ενός ευρέως φάσματος οργανικών αποβλήτων και υπολειμμάτων (απόβλητα χοιροτροφίας, αγελαδοτροφείας, παραπροϊόντα και υποπροϊόντα αγροτικών-κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, απόβλητα σφαγείων, λάσπες βιολογικών καθαρισμών κ.α.) με διαδικασία που επιτρέπει την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας (π.χ. βιοαέριο), αλλά και εδαφοβελτιωτικού υλικού (κομπόστ), με σημαντικά περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη. Οι σταθμοί αυτοί, εκτός των ωφελειών που παρέχουν με την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας και τη συμβολή τους στον περιορισμό των αερίων θερμοκηπίου, προσφέρουν εξαιρετικά σημαντικές δυνατότητες περιορισμού της ρύπανσης που προκαλούν τα οργανικά απόβλητα, δυνατότητες περιορισμού παθογόνων οργανισμών, δραστικής μείωσης των οσμών, αλλά και απόδοσης εδαφοβελτιωτικών. Η ίδρυση και η λειτουργία παρόμοιων σταθμών μπορεί να εφαρμοστεί με πρωτοβουλία αγροτικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων, σε συνεργασία και με ενδιαφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις.
Ανάλογη βαρύτητα και πρόσβαση στην κατηγορία υψηλής προτεραιότητας αποκτά η ενίσχυση για τη συνέργεια επιχειρήσεων παραγωγής και αξιοποίησης αγροτικών-διατροφικών προϊόντων (αγροτικοί συνεταιρισμοί) με επιχειρήσεις τουριστικού χαρακτήρα (π.χ. ξενοδοχειακές μονάδες, ξενώνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες, παραδοσιακά καφενεία, επιχειρήσεις τουρισμού, τουριστικά γραφεία, δημοτικές επιχειρήσεις τουρισμού - πολιτισμού, κλπ.) με σκοπό την εκπόνηση και την υλοποίηση επιχειρηματικών σχεδίων παροχής προϊόντων και υπηρεσιών ποιότητας. Στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται αναγκαία η υιοθέτηση ενός Τοπικού Συμφώνου Ποιότητας, που αποτελεί νομικό πρόσωπο (αστική, μη κερδοσκοπική εταιρεία) στο οποίο μετέχουν οι εκπρόσωποι των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.
Στις επιλέξιμες δράσεις παρόμοιων επιχειρηματικών σχεδίων περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, η διαφύλαξη των παραδοσιακών αισθητικών και καταναλωτικών προτύπων της περιοχής, η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, η προστασία του περιβάλλοντος από τις τουριστικές δραστηριότητες, η προστασία καταναλωτών και επισκεπτών από κερδοσκοπικές πρακτικές και από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, η εκπαίδευση, κατάρτιση και ευαισθητοποίηση των εταίρων και του προσωπικού που απασχολούν, ο σχεδιασμός και η προώθηση ειδικού σήματος για τις παρεχόμενες από τους εταίρους-μέλη υπηρεσιών αναβαθμισμένης ποιότητας, η συνεργασία με ειδικούς σε θέματα τουρισμού για τη μεταφορά τεχνογνωσίας στην περιοχή, η από κοινού προβολή των επιχειρήσεων της περιοχής, η διεύρυνση των αγορών, η ποιοτική και οργανωμένη παροχή υπηρεσιών στους επισκέπτες, η οργάνωση δραστηριοτήτων για τον ελεύθερο χρόνο των επισκεπτών, με σκοπό την παραμονή τους για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα στην περιοχή (μετακίνηση, ξενάγηση, δραστηριότητες), η συνεργασία με στόχο την καλύτερη διαχείριση των πελατών-επισκεπτών, η συνεργασία με επιχειρήσεις παραγωγής τοπικών προϊόντων διατροφής - κυρίως με συνεταιρισμούς, για την κάλυψη των αναγκών διατροφής των επισκεπτών στην περιοχή, η συνεργασία με επιχειρήσεις παραγωγής παραδοσιακών χειροτεχνημάτων και ειδών λαϊκής τέχνης, τόσο για την διακόσμηση των καταλυμάτων όσο και για την προώθησή τους στους επισκέπτες, η από κοινού συνεργασία με τουριστικά γραφεία και πράκτορες για την κίνηση των επισκεπτών, η συνεργασία με τοπικά δίκτυα, υφιστάμενα ή μελλοντικά (π.χ. δίκτυο τυροκόμων, δίκτυο κρασιού και επισκέψιμων κελαριών), ο καθορισμός προγράμματος διαδρομών και προορισμού για τους επισκέπτες, η διοργάνωση εκδηλώσεων (π.χ. γευσιγνωσίας) και η από κοινού συμμετοχή σε δράσεις προώθησης και προβολής, η υιοθέτηση και η εφαρμογή ποιοτικών σημάτων, η προώθηση για υλοποίηση από την Αυτοδιοίκηση, έργων ανάδειξης του πολιτισμού και της φύσης κ.α.», κατέληξε ο κ. Τσιφόρος.
Ο
αντιπρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καβαθάς σημείωσε ότι σαφώς το
νομοσχέδιο κινείται σε ορθή κατεύθυνση, κρίνοντας ως απολύτως θετική την
εισαγωγή των φοροαπαλλαγών, αντί των ξεπερασμένων επιδοτήσεων, ενώ
έκρινε ως θετική την κατεύθυνση υπέρ της νεανικής επιχειρηματικότητας.
Στις
παραλείψεις του νομοσχεδίου ανέφερε την απουσία περιφερειακής
στόχευσης, αλλά και της οριοθέτησης κατανομής πόρων μεταξύ μεγάλων,
μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων, τη μη θεσμοθέτηση αφορολογήτου
αποθεματικού και τη διατήρηση του ύψους της επένδυσης στα 200.000 ευρώ
για να υπαχθεί στο νόμο, αντί των 100.000 που προτείνεται.
Ο
Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού
Εμπορίου, μετέφερε την "έκπληξη και δυσαρέσκεια" του εμπορικού κόσμου
για την εξαίρεση του εμπορίου από τον επενδυτικό νόμο, με αποτέλεσμα
320.000 εμπορικές επιχειρήσεις οι οποίες καλύπτουν το 30% των
επιχειρήσεων της ελληνικής οικονομίας να εξαιρούνται από το καθεστώς των
ενισχύσεων, ενώ την ίδια ώρα δίδεται η δυνατότητα εμπορικές
επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε επιχειρηματικά πάρκα.
Ο κ.
Κορκίδης ζήτησε την ένταξη των εμπορικών επιχειρήσεων στο νέο νόμο,
σημειώνοντας ταυτόχρονα, ότι οι προτεινόμενες φοροαπαλλαγές αφορούν
μόνον τις ήδη κερδοφόρες επιχειρήσεις, ενώ εξέφρασε αμφιβολία για το αν η
μετατροπή του ΤΕΜΠΜΕ σε ΕΤΕΑΝ θα επιφέρει τα προσδοκώμενα ευεργετικά
αποτελέσματα, αφού η επιτυχία εξαρτάται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Παρατήρησε
ότι με το νέο νόμο δεν δίνεται άμεση λύση στην κωλυσιεργία για την
έκδοση άδειας λειτουργίας, ενώ για τα αφορολόγητα αποθεματικά είπε ότι
ευνοούν μόνον τις μεγάλες επιχειρήσεις.
"Εξαιρετικά βελτιωμένο σε
σχέση με ό,τι προϋπήρξε", χαρακτήρισε τον νέο επενδυτικό νόμο ο
πρόεδρος του Συνδέσμου Τουριστικών Επιχειρήσεων Νίκος Αγγελόπουλος,
κρίνοντας ότι το ζητούμενο σε έναν επιτυχημένο επενδυτικό νόμο είναι η
βελτίωση της απασχόλησης, που δεν συμβαδίζει οπωσδήποτε με τη βελτίωση
του ΑΕΠ.
Σημείωσε, πάντως, ότι τα φορολογικά κίνητρα που παρέχει ο
νέος αναπτυξιακός νόμος είναι χωρίς αντίκρισμα στον τουρισμό ("έχουν
μεταφυσική αξία"), καθώς οι κερδοφόρες επιχειρήσεις, ιδίως για το 2010,
είναι ανύπαρκτες, κρίνοντας ως πραγματικά αποτελεσματικό κίνητρο την
επιδότηση εργασίας για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Παρεμβαίνοντας
στο σημείο αυτό ο υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είπε ότι συζητείται
αναπτυξιακός νόμος και ότι η επιδότηση εργασίας είναι άλλης πολιτικής
ζήτημα.
Κατά τον κ. Αγγελόπουλο το μείζον θέμα που θα έπρεπε να
υπάρχει στο νέο αναπτυξιακό νόμο και αφορά τον αποκλεισμό και την
επιδότηση νέων κλινών στις κορεσμένες τουριστικά περιοχές, δεν έχει
περιληφθεί.
Τέλος, ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Ελληνικών
Βιομηχανιών Φωκίων Δεληγιάννης τόνισε ότι ο νέος επενδυτικός νόμος
περιλαμβάνει πολλές καινοτομίες και απλοποιήσεις που ενθαρρύνουν με
ουσιαστικό τρόπο την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.
Συμπλήρωσε
ότι υιοθετείται μία αντίληψη για τις επενδύσεις και προτάσσεται μια
πρακτική ενίσχυσής τους που απομακρύνεται από τις αναποτελεσματικές
θεωρήσεις προηγουμένων ετών. Εξάλλου, χαρακτήρισε ορθή την πρόθεση
ενίσχυσης της επενδυτικής προσπάθειας σε τομείς που αναπτύσσονται
γρήγορα και έχουν τη δυνατότητα να είναι διεθνώς ανταγωνιστικοί, ενώ,
παράλληλα, υπάρχει προσφορά κινήτρων για τη βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ταυτόχρονα
όμως, είπε, απαιτείται συνολική προσπάθεια για δημιουργία ενός ευρύτερου
περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα και διεθνώς
ανταγωνιστικού ως προς τα πλεονεκτήματα που προσφέρει στους επενδυτές,
κάτι στο οποίο υστερεί η χώρα μας.
Γραπτό υπόμνημα κατατέθηκε από
την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ), στο οποίο αναφέρεται
ότι το νομοσχέδιο "διέψευσε πολλές από τις προσδοκίες της
επιμελητηριακής και επιχειρηματικής κοινότητας", καθώς υιοθετεί πολλές
από τις ρυθμίσεις του προηγούμενου προσχεδίου της προηγούμενης ηγεσίας
του υπουργείου με την εξαίρεση του χονδρικού και λιανικού εμπορίου από
τις διατάξεις του νόμου.
Κατά την ΚΕΕΕ η προτίμηση της κυβέρνησης
σε ενισχύσεις υπό τη μορφή των φοροαπαλλαγών αντί των επιδοτήσεων "δεν
συγκινεί ιδιαιτέρως τον επιχειρηματικό κόσμο".